Οι αισθητικές επεμβάσεις του μαστού είναι σήμερα ιδιαίτερα συχνές. Αυξητική με ενθέματα, ανόρθωση και μειωτική μαστών μπορούν να αλλάξουν σημαντικά το σχήμα και την εσωτερική ανατομία του μαστού, χωρίς όμως να καταργούν την ανάγκη για προληπτικό έλεγχο για καρκίνο του μαστού.
Μια γυναίκα που έχει υποβληθεί σε αισθητική επέμβαση εξακολουθεί να χρειάζεται screening ανάλογα με την ηλικία και τον ατομικό της κίνδυνο. Αυτό που μπορεί να αλλάξει είναι ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται ή ερμηνεύεται η απεικόνιση.
Τα ενθέματα μπορεί να αποκρύπτουν μέρος του φυσικού μαζικού ιστού στη μαστογραφία, ενώ μετά από μειωτική ή ανόρθωση μπορεί να υπάρχουν ουλές, λιπώδης νέκρωση ή άλλες φυσιολογικές μετεγχειρητικές αλλοιώσεις. Για τον λόγο αυτό έχει σημασία η εξέταση να πραγματοποιείται σε οργανωμένο κέντρο μαστού και ο ακτινολόγος να γνωρίζει το είδος και το ιστορικό της επέμβασης.
Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν δείχνουν ότι τα ενθέματα μαστού αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης του συνηθισμένου καρκίνου του μαστού. Η American Cancer Society αναφέρει ότι τα ενθέματα δεν έχουν συσχετιστεί με αυξημένη συχνότητα καρκίνου του μαζικού αδένα.
Υπάρχουν, ωστόσο, πολύ σπάνιες κακοήθειες που σχετίζονται με την κάψα γύρω από ένα ένθεμα και όχι με τον ίδιο τον μαζικό αδένα. Η γνωστότερη είναι το Breast Implant-Associated Anaplastic Large Cell Lymphoma (BIA-ALCL), ενώ έχουν επίσης αναφερθεί εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις άλλων λεμφωμάτων και πλακώδους καρκινώματος της κάψας. Πρόκειται για διαφορετικές οντότητες από τον συνηθισμένο καρκίνο του μαστού.
Επομένως, η παρουσία ενθεμάτων δεν αποτελεί λόγο να αλλάξει ή να διακοπεί ο συνηθισμένος προληπτικός έλεγχος.
Ναι. Οι γυναίκες με ενθέματα πρέπει να πραγματοποιούν μαστογραφικό έλεγχο όταν αυτός ενδείκνυται για την ηλικία και το προφίλ κινδύνου τους, όπως και οι γυναίκες χωρίς ενθέματα.
Είναι όμως πολύ σημαντικό να ενημερώνεται το ακτινολογικό κέντρο ήδη κατά τον προγραμματισμό της εξέτασης ότι υπάρχουν ενθέματα. Ιδανικά, η μαστογραφία πρέπει να πραγματοποιείται από τεχνολόγο και ακτινολόγο με εμπειρία στην απεικόνιση γυναικών με ενθέματα.
Ο λόγος είναι απλός: οι ακτίνες Χ δεν διαπερνούν αποτελεσματικά το ένθεμα και επομένως μέρος του μαζικού ιστού μπορεί να αποκρύπτεται.
Εκτός από τις συνήθεις μαστογραφικές λήψεις, χρησιμοποιούνται ειδικές implant-displacement views, γνωστές και ως λήψεις Eklund. Κατά τις λήψεις αυτές το ένθεμα μετακινείται όσο είναι δυνατόν προς το θωρακικό τοίχωμα και ο φυσικός μαζικός ιστός έρχεται προς τα εμπρός ώστε να συμπιεστεί και να απεικονιστεί ανεξάρτητα από το ένθεμα.
Η American Cancer Society αναφέρει ότι συνήθως πραγματοποιούνται τέσσερις επιπλέον λήψεις, δύο σε κάθε μαστό, ώστε να απεικονιστεί μεγαλύτερο ποσοστό του φυσικού μαζικού ιστού.
Οι λήψεις αυτές είναι συνήθως ευκολότερες όταν το ένθεμα βρίσκεται πίσω από τον μείζονα θωρακικό μυ και μπορεί να είναι δυσκολότερες όταν υπάρχει σημαντική ρικνωτική κάψα.
Σε γενικές γραμμές, ναι. Η μαστογραφία πραγματοποιείται καθημερινά σε γυναίκες με ενθέματα και οι σοβαρές επιπλοκές είναι εξαιρετικά σπάνιες. Αν υπάρχει ήδη υποψία προβλήματος του ενθέματος —για παράδειγμα αλλαγή σχήματος, έντονη ρικνωτική κάψα, πόνος ή πιθανή ρήξη— είναι σωστό να ενημερωθεί ο ακτινολόγος πριν από την εξέταση, ώστε να επιλεγεί η κατάλληλη απεικονιστική μέθοδος.
Ναι. Η ψηφιακή τομοσύνθεση (3D mammography) μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε γυναίκες με ενθέματα. Σύμφωνα με το American College of Radiology, στις γυναίκες με ενθέματα μπορούν να πραγματοποιηθούν τόσο συμβατικές μαστογραφικές όσο και implant-displaced λήψεις, ενώ η τομοσύνθεση χρησιμοποιείται συχνά στις λήψεις όπου το ένθεμα έχει μετακινηθεί ώστε να απεικονιστεί καλύτερα ο φυσικός μαζικός ιστός.
Η επιλογή της κατάλληλης τεχνικής εξαρτάται από τη δομή του μαστού, την παρουσία ενθεμάτων, την πυκνότητα και το διαθέσιμο απεικονιστικό σύστημα.
Όχι. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς ελέγχους. Η μαστογραφία έχει ως κύριο στόχο την ανίχνευση καρκίνου στον φυσικό μαζικό ιστό. Δεν αποτελεί την κατάλληλη εξέταση για τον συστηματικό έλεγχο της ακεραιότητας ενός ενθέματος σιλικόνης. Για τα ενθέματα σιλικόνης, η FDA συστήνει σε ασυμπτωματικές γυναίκες πρώτο έλεγχο για «σιωπηρή» ρήξη με υπερηχογράφημα ή μαγνητική τομογραφία 5–6 χρόνια μετά την τοποθέτηση και στη συνέχεια επανάληψη κάθε 2–3 χρόνια. Αν υπάρχουν συμπτώματα ή το υπερηχογράφημα είναι αμφίβολο, η Μαγνητική Μαστών αποτελεί την πιο ευαίσθητη εξέταση.
Άρα:
Η μειωτική και η ανόρθωση δεν αφήνουν ένα ξένο σώμα μέσα στον μαστό, αλλά αλλάζουν την εσωτερική του αρχιτεκτονική. Μετά το χειρουργείο μπορεί να εμφανιστούν:
Οι αλλαγές αυτές μπορεί στην πρώτη μετεγχειρητική μαστογραφία να δημιουργήσουν ευρήματα που χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι ύποπτα για καρκίνο. Η βασική αρχή όμως είναι απλή: μετά από μειωτική ή ανόρθωση, το screening συνεχίζεται με βάση την ηλικία και τον ατομικό κίνδυνο της γυναίκας. Η προηγούμενη επέμβαση από μόνη της δεν αποτελεί λόγο ούτε για διακοπή ούτε για εντατικοποίηση του προληπτικού ελέγχου. Το ACR εξακολουθεί να θεωρεί τη μαστογραφία ή την τομοσύνθεση κατάλληλες εξετάσεις screening μετά από μειωτική μαστών όταν υπάρχει ο αντίστοιχος ηλικιακός ή κλινικός λόγος.
Δεν χρειάζεται κάθε νεαρή γυναίκα μαστογραφία μόνο και μόνο επειδή πρόκειται να υποβληθεί σε αυξητική, ανόρθωση ή μειωτική. Πριν από την επέμβαση πρέπει όμως να έχει προηγηθεί σωστή κλινική αξιολόγηση του μαστού και ο απεικονιστικός έλεγχος να είναι ενημερωμένος ανάλογα με την ηλικία και το ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό.
Σε γυναίκες που βρίσκονται ήδη σε ηλικία screening ή έχουν αυξημένο κίνδυνο, είναι εύλογο να έχει προηγηθεί πρόσφατος προληπτικός έλεγχος πριν αλλάξει χειρουργικά η ανατομία του μαστού.
Η μαστογραφία screening αφορά γυναίκες χωρίς συμπτώματα. Με ή χωρίς προηγούμενη αισθητική επέμβαση, ένα νέο ψηλαφητό ογκίδιο, έκκριμα από τη θηλή, εισολκή, νέα αλλαγή στο δέρμα ή στο σχήμα του μαστού πρέπει να αξιολογούνται χωρίς αναμονή για την επόμενη προγραμματισμένη μαστογραφία.
Στις γυναίκες με ενθέματα χρειάζεται επίσης αξιολόγηση αν εμφανιστούν νέα, επίμονα συμπτώματα γύρω από το ένθεμα, όπως αιφνίδιο μονόπλευρο πρήξιμο, συλλογή υγρού, μάζα ή επίμονος πόνος, ιδιαίτερα αρκετά χρόνια μετά την τοποθέτηση.
Τα ενθέματα δεν καταργούν τη μαστογραφία.
Ενημερώστε το ακτινολογικό κέντρο ότι έχετε ενθέματα ήδη όταν κλείνετε το ραντεβού.
Η μαστογραφία γίνεται με ειδικές implant-displacement / Eklund λήψεις.
Η ρήξη ενθέματος κατά τη μαστογραφία είναι εξαιρετικά σπάνια, αλλά όχι θεωρητικά αδύνατη.
Η μαστογραφία ελέγχει τον μαζικό ιστό, όχι την ακεραιότητα του ενθέματος.
Για ενθέματα σιλικόνης απαιτείται ξεχωριστή παρακολούθηση για πιθανή σιωπηρή ρήξη.
Μετά από μειωτική ή ανόρθωση, το πρόγραμμα screening καθορίζεται κυρίως από ηλικία και ατομικό κίνδυνο, όχι από έναν αυτόματο κανόνα «μαστογραφία στους 6 μήνες».
Μια αισθητική επέμβαση στον μαστό δεν σημαίνει ότι ο προληπτικός έλεγχος γίνεται λιγότερο σημαντικός. Σημαίνει ότι πρέπει να γίνεται σωστά και με γνώση της νέας ανατομίας του μαστού.
Οι γυναίκες με ενθέματα μπορούν και πρέπει να υποβάλλονται σε μαστογραφία όταν υπάρχει ένδειξη, με ειδικές τεχνικές που επιτρέπουν την καλύτερη δυνατή απεικόνιση του φυσικού μαζικού ιστού. Αντίστοιχα, μετά από μειωτική ή ανόρθωση, οι μετεγχειρητικές αλλοιώσεις πρέπει να αναγνωρίζονται και να ερμηνεύονται στο κατάλληλο κλινικό πλαίσιο.
Το σημαντικότερο είναι ο έλεγχος να μην γίνεται με ένα ίδιο πρωτόκολλο για όλες τις γυναίκες, αλλά να προσαρμόζεται στην ηλικία, τον ατομικό κίνδυνο, την επέμβαση που έχει προηγηθεί και τα χαρακτηριστικά του μαστού.
Αν έχετε υποβληθεί σε αυξητική, μειωτική ή ανόρθωση μαστών και δεν γνωρίζετε ποιος είναι ο κατάλληλος προληπτικός έλεγχος για εσάς, μια εξειδικευμένη αξιολόγηση μπορεί να βοηθήσει να καθοριστεί το σωστό πρόγραμμα απεικόνισης με βάση την ηλικία, το ιστορικό και το είδος της προηγούμενης επέμβασης.