Η χειρουργική του καρκίνου του μαστού έχει εξελιχθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Μετά τη μετάβαση από τη ριζική μαστεκτομή στις επεμβάσεις διατήρησης του μαστού, ένα από τα επόμενα πεδία εξέλιξης είναι η ελάχιστα επεμβατική μαστεκτομή, με τη χρήση ενδοσκοπικών ή ρομποτικών τεχνικών.
Στην κλασική ανοικτή μαστεκτομή με διατήρηση της θηλής, ο μαζικός αδένας αφαιρείται μέσα από μια τομή επάνω στον μαστό ή στην υπομάστια πτυχή. Στις ενδοσκοπικές και ρομποτικές τεχνικές η επέμβαση πραγματοποιείται μέσα από μια μικρότερη, συνήθως πλάγια ή μασχαλιαία τομή, με τη βοήθεια κάμερας και ειδικών εργαλείων.
Το βασικό ερώτημα όμως δεν είναι αν μια τεχνική είναι περισσότερο εντυπωσιακή τεχνολογικά. Είναι αν μπορεί να προσφέρει τουλάχιστον την ίδια ογκολογική ασφάλεια, χωρίς αύξηση των επιπλοκών, και παράλληλα να προσθέσει κάποιο ουσιαστικό όφελος για τη γυναίκα. Τα τελευταία δύο χρόνια έχουν δημοσιευθεί αρκετές νέες συγκριτικές μελέτες και αναλύσεις που αρχίζουν να δίνουν μια πιο σαφή απάντηση.
Η σωστή σύγκριση είναι μεταξύ διαφορετικών τρόπων πραγματοποίησης της nipple-sparing mastectomy (NSM):
Υπάρχουν επίσης νεότερες υβριδικές τεχνολογίες. Το HandX®, για παράδειγμα, είναι ένα φορητό, μηχανοκίνητο αρθρωτό σύστημα που χρησιμοποιείται ενδοσκοπικά και παρέχει κίνηση παρόμοια με αυτή του καρπού, επιχειρώντας να γεφυρώσει το τεχνικό χάσμα μεταξύ της κλασικής ενδοσκόπησης και των πλήρως ρομποτικών συστημάτων. Η πρώτη εφαρμογή του σε single-port ενδοσκοπική NSM δημοσιεύθηκε το 2026 στο Annals of Surgical Oncology από τη χειρουργική μας ομάδα στο Mediterraneo Hospital.
Αυτό είναι το σημαντικότερο ερώτημα. Η μεγαλύτερη συνδυαστική ανάλυση που δημοσιεύθηκε το 2026 συνέκρινε 2.312 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε ρομποτική ή συμβατική nipple-sparing mastectomy. Δεν διαπιστώθηκε σημαντική διαφορά ούτε στα θετικά χειρουργικά όρια ούτε στις τοπικές υποτροπές μεταξύ των δύο τεχνικών.
Αντίστοιχα, μετα-ανάλυση του περιοδικού BJS Open για την ενδοσκοπική μαστεκτομή, που περιέλαβε περισσότερες από 2.600 ασθενείς στις συνολικές αναλύσεις, δεν έδειξε διαφορά σε τοπική υποτροπή, απομακρυσμένη μετάσταση ή θετικά χειρουργικά όρια σε σύγκριση με τη συμβατική μαστεκτομή. Στις συγκριτικές μελέτες η μέση παρακολούθηση έφθανε περίπου τα 4 χρόνια.
Ακόμη πιο πρόσφατα, τον Ιούλιο του 2026 δημοσιεύθηκε πολυκεντρική μελέτη 1.722 ασθενών με πρώιμο καρκίνο μαστού. Συγκρίθηκαν 136 γυναίκες με ενδοσκοπική μαστεκτομή με 408 γυναίκες που υποβλήθηκαν σε ανοικτή επέμβαση. Στους 22 μήνες παρακολούθησης, δεν υπήρχε σημαντική διαφορά ούτε στην υποτροπή ούτε στη συνολική επιβίωση.
Τα δεδομένα επομένως είναι καθησυχαστικά. Δεν αποδεικνύουν ότι η ελάχιστα επεμβατική μαστεκτομή είναι ογκολογικά «καλύτερη», αλλά μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ένδειξη ότι, όταν εφαρμόζεται σε κατάλληλα επιλεγμένες ασθενείς, υπολείπεται της ανοικτής τεχνικής ως προς τον ογκολογικό έλεγχο.
Τα πιο πρόσφατα δεδομένα είναι επίσης ενδιαφέροντα. Στη συνδυαστική ανάλυση του 2026 με 2.312 ασθενείς, οι συνολικές επιπλοκές ήταν 30,8% μετά από ρομποτική έναντι 35,9% μετά από συμβατική NSM, ενώ καταγράφηκε μικρότερος κίνδυνος σοβαρών επιπλοκών και καθυστερημένης επούλωσης στη ρομποτική ομάδα. Δεν υπήρχαν όμως σημαντικές διαφορές στις περισσότερες επιμέρους επιπλοκές, όπως νέκρωση θηλής, νέκρωση δερματικών κρημνών, λοίμωξη, αιμάτωμα, seroma ή απώλεια ενθέματος.
Αυτό χρειάζεται σωστή ερμηνεία. Με απλά λόγια, υπάρχει ένα ενθαρρυντικό σήμα υπέρ των ελάχιστα επεμβατικών τεχνικών, αλλά δεν υπάρχουν ακόμη αρκετά υψηλού επιπέδου δεδομένα ώστε να υποστηριχθεί ότι προκαλούν λιγότερες επιπλοκές σε όλες τις ασθενείς.
Η τεχνολογία επίσης εξελίσσεται πλέον προς τις single-port τεχνικές, όπου ολόκληρη η επέμβαση πραγματοποιείται μέσα από μία μόνο μικρή τομή. Και για τις τεχνικές αυτές υπάρχουν ενδείξεις ότι είναι ιδιαίτερα ασφαλείς, και μάλιστα η πλέον πρόσφατη ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, δημοσιευμένη τον Αύγουστο του 2026, επιβεβαιώνει τη συνολικά καλή βραχυπρόθεσμη εικόνα των single-port robotic τεχνικών, αλλά υπογραμμίζει ότι τα περισσότερα δεδομένα εξακολουθούν να προέρχονται από επιλεγμένες ασθενείς και εξειδικευμένα κέντρα, με περιορισμένο μακροχρόνιο follow-up.
Εδώ τα δεδομένα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία. Σε μια πρόσφατη μελέτη όπου συγκρίθηκαν η ανοιχτή με την ελάχιστα επεμβατική τεχνική, μέση τομή ήταν περίπου 9 cm στη συμβατική επέμβαση και 4 cm στις minimally invasive τεχνικές. Οι γυναίκες στις ενδοσκοπικές και ρομποτικές ομάδες ανέφεραν καλύτερη ικανοποίηση από την ουλή και λιγότερο οξύ πόνο τις πρώτες μετεγχειρητικές ημέρες.
Παράλληλα όμως, όταν αξιολογήθηκε συνολικά η ποιότητα ζωής με το ερωτηματολόγιο BREAST-Q περίπου έναν χρόνο μετά το χειρουργείο, δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στη συνολική ικανοποίηση από τον μαστό, στην ψυχοκοινωνική ή στη σεξουαλική ευεξία μεταξύ ανοικτής, ενδοσκοπικής και ρομποτικής επέμβασης.
Η πιο ασφαλής επομένως διατύπωση είναι ότι το σαφέστερα τεκμηριωμένο patient-centered πλεονέκτημα είναι η μικρότερη και περισσότερο διακριτική τομή και η ικανοποίηση από την ουλή. Δεν έχει ακόμη αποδειχθεί ότι κάθε παράμετρος ποιότητας ζωής ή αισθητικό αποτέλεσμα είναι συνολικά ανώτερα.
Ο χειρουργικός χρόνος. Για παράδειγμα, η ρομποτική μαστεκτομή με διατήρηση της θηλής διαρκεί κατά μέσο όρο περίπου 64 λεπτά περισσότερο από τη συμβατική επέμβαση. Για την ενδοσκοπική NSM, η διαφορά σε μελέτη του 2025 ήταν περίπου 43 λεπτά.
Οι πλήρως ρομποτικές πλατφόρμες συνεπάγονται επίσης σημαντικό κόστος εξοπλισμού και αναλωσίμων. Σε συστηματική ανασκόπηση του 2025, η πρόσθετη δαπάνη της ρομποτικής επέμβασης υπολογιζόταν περίπου στα 3.700–5.000 δολάρια ανά επέμβαση, αν και οι αριθμοί αυτοί εξαρτώνται έντονα από το σύστημα υγείας και το νοσοκομείο.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους εξελίσσονται τεχνικές που επιχειρούν να συνδυάσουν τη μικρή τομή της ενδοσκοπικής χειρουργικής με μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, χωρίς να απαιτούν πλήρη ρομποτική πλατφόρμα.
Στο Mediterraneo Hospital εφαρμόσαμε το 2025 για πρώτη φορά διεθνώς το HandX® σε single-port ενδοσκοπική μαστεκτομή με διατήρηση της θηλής, με στόχο να ξεπεραστούν ορισμένοι από τους περιορισμούς των ευθύγραμμων ενδοσκοπικών εργαλείων, ιδιαίτερα στην έσω, κάτω και οπισθοθηλαία περιοχή. Η αρχική τεχνική και τα πρώτα περιστατικά δημοσιεύθηκαν το 2026 στο Annals of Surgical Oncology.
Η διευρυμένη σειρά ασθενών έως τον Μάρτιο του 2026, η οποία θα παρουσιαστεί στο 45ο Συνέδριο της European Society of Surgical Oncology (ESSO), περιλαμβάνει τόσο θεραπευτικές όσο και προφυλακτικές επεμβάσεις. Όλες οι επεμβάσεις ολοκληρώθηκαν ενδοσκοπικά χωρίς μετατροπή σε ανοικτή επέμβαση ή διεγχειρητική επιπλοκή. Δεν παρατηρήθηκε καμία σοβαρή επιπλοκή στις πρώτες 30 ημέρες και μία ασθενής εμφάνισε μετεγχειρητική συλλογή που αντιμετωπίστηκε με διαδερμική παροχέτευση. Όλες οι ασθενείς έλαβαν εξιτήριο εντός 48 ωρών.
Στα πρώιμα αποτελέσματα που αφορούν την ποιότητα ζωής, η ικανοποίηση από τον μαστό παρέμεινε σταθερή έναν μήνα μετά την επέμβαση, όπως και η ψυχοκοινωνική ευεξία, ενώ παρατηρήθηκε η αναμενόμενη πρώιμη μείωση στη σεξουαλική ευεξία κατά την περίοδο της αρχικής ανάρρωσης.
Με τα σημερινά δεδομένα, μια τέτοια απόλυτη διατύπωση δεν θα ήταν επιστημονικά σωστή. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι:
Τα σύγχρονα δεδομένα δείχνουν ότι, σε κατάλληλα επιλεγμένες γυναίκες και όταν πραγματοποιούνται από εκπαιδευμένες ομάδες, η ρομποτική και η ενδοσκοπική nipple-sparing μαστεκτομή μπορούν να προσφέρουν ογκολογικά αποτελέσματα συγκρίσιμα με τη συμβατική ανοικτή προσέγγιση, με μικρότερες και περισσότερο διακριτικές τομές και υψηλή ικανοποίηση των ασθενών.
Η τεχνολογία όμως δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Η επιλογή της χειρουργικής προσέγγισης πρέπει να βασίζεται πρώτα στην ογκολογική ασφάλεια, την ανατομία του μαστού, το είδος της αποκατάστασης και τις ανάγκες της συγκεκριμένης γυναίκας.
Το επόμενο βήμα για την ελάχιστα επεμβατική χειρουργική του μαστού δεν είναι πλέον να αποδείξει ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί. Είναι να καθορίσει με μεγαλύτερες προοπτικές μελέτες σε ποιες γυναίκες προσφέρει πραγματικό και μετρήσιμο όφελος σε σχέση με την καθιερωμένη χειρουργική.
Αν έχει προταθεί μαστεκτομή και επιθυμείτε να γνωρίζετε αν μπορεί να πραγματοποιηθεί με ενδοσκοπική ή ρομποτικά υποβοηθούμενη τεχνική, η καταλληλότητα πρέπει να αξιολογείται εξατομικευμένα, με βάση τα χαρακτηριστικά της νόσου, την ανατομία του μαστού και το πλάνο αποκατάστασης.
Η επιλογή της μικρότερης τομής έχει αξία μόνο όταν συνδυάζεται με την ίδια ογκολογική ασφάλεια και ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αποκατάστασης του μαστού.